πηδάλιον


πηδάλιον
руль, кормило

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πηδάλιον" в других словарях:

  • πηδάλιον — steering paddle neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γυνὴ δὲ χρηστὴ πηδάλιον ἐστ’ οἰκίας. — γυνὴ δὲ χρηστὴ πηδάλιον ἐστ’ οἰκίας. См. Хорошая жена юрт …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πηδαλίοιν — πηδάλιον steering paddle neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηδαλίοιο — πηδάλιον steering paddle neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηδαλίοις — πηδάλιον steering paddle neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηδαλίοισι — πηδάλιον steering paddle neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηδαλίοισιν — πηδάλιον steering paddle neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηδαλίου — πηδάλιον steering paddle neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηδαλίων — πηδάλιον steering paddle neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηδαλίῳ — πηδάλιον steering paddle neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηδάλια — πηδάλιον steering paddle neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)